‘’Μένουμε Θεσσαλονίκη’’ για Ζέρβα: Η ανάπλαση της ΔΕΘ και η… μονοφωνία του παρασιτισμού

‘’Μένουμε Θεσσαλονίκη’’ για Ζέρβα: Η ανάπλαση της ΔΕΘ και η… μονοφωνία του παρασιτισμού

‘’ Γίνεται ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όπως είναι το ειδικό χωρικό σχέδιο για την ανάπλαση της ΔΕΘ,

να περνάει από την Επιτροπή Ποιότητας Ζωής του Δήμου Θεσσαλονίκης, στις 3 Αυγούστου; Γίνεται αν η Διοίκηση του Δήμου πιστεύει ότι «όλα τα ζητήματα έχουν κλείσει», και οι ψηφοφορίες έχουν πια διαδικαστικό χαρακτήρα. Εντούτοις, τα πράγματα στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι έτσι, αρκετοί φορείς της πόλης έχουν καταθέσει τις ενστάσεις τους, και ο Δήμος οφείλει να τις λάβει υπόψη του, και να τις κουβεντιάσει διεξοδικά, ενδεχομένως και σε μια ειδική συνεδρίαση, ώστε να καταλήξει. Κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί, ωστόσο, μιας και ο νέος δήμαρχος έχει την αντίληψη εκτελεστικού βραχίονα του κεντρικού κράτους, θεωρεί ότι τα έργα υποδομών πρέπει να «κλείνουν ταχέως» για την πόλη και να «προχωράμε μπροστά». Θα του υπενθυμίσουμε ότι την ίδια νοοτροπία είχε και ο Γ. Σουφλιάς ως υπουργός της ΝΔ όταν εγκαινίασε την έναρξη κατασκευών του μετρό. Όλες οι ενστάσεις προσπεράστηκαν με το επιχείρημα «βιαζόμαστε», κι έτσι πάρθηκαν αποφάσεις που οδήγησαν το έργο να καθυστερήσει για σχεδόν 15 χρόνια’’, αναφέρει μεταξύ άλλων η ανακοίνωση που εξέδωσε η παράταξη ‘’Μένουμε Θεσσαλονίκη’’.

 

Μάλιστα, όπως συνεχίζει η παράταξη στο κείμενο αναφέρει τα εξής: ‘’Με την ανάπλαση της ΔΕΘ, έτσι όπως αποφασίζεται να γίνει, η πόλη χάνει μια ευκαιρία. Στους σχεδιασμούς κυριάρχησε δυστυχώς η πολιτική ατζέντα του παρασιτισμού, η οποία στο κάτω κάτω της γραφής ενώνει ιδεολογικά τον δήμαρχο με τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη. Δίνεται και πάλι έμφαση στην μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, τα εμπορικά καταστήματα, και το πράσινο να δημιουργεί την εντύπωση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευαισθησίας του έργου.

Κι όμως σ’ έναν χώρο διεθνούς έκθεσης, η πόλη της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα η κεντρική Μακεδονία, θα έπρεπε να προβάλει τα σοβαρότερα επιτεύγματά της. Μια μόνιμη έκθεση των πιο εμβληματικών τοπικών προϊόντων, ένα ψηφιακό μουσείο της πόλης, ακόμα, έναν χώρο όπου το ΑΠΘ θα μπορεί να προβάλει τα επιτεύγματά του στην εφαρμοσμένη έρευνα.

Τέλος, το «Νόησις», το εξαιρετικό πλανητάριο που έχει προσελκύσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων, κυρίως των νεώτερων, με τις εξαιρετικές εκθέσεις που στήνει, αλλά που ωστόσο το κράτος το θέλει στην… εξορία του δρόμου για την Θέρμη. Ενώ θα μπορούσε να βρίσκεται στο κέντρο και να αποτελεί και τόπο αναφοράς και για τον τουρισμό της πόλης.   

Δυστυχώς, η απόφαση για την ανάπλαση της ΔΕΘ δεν φέρει μέσα της καμία διάθεση προβολής της Θεσσαλονίκης της παραγωγής και της δημιουργίας. Ενώ αυτός ο δρόμος ενισχύει την εθνική αυτοδυναμία και προάγει την συνοχή της κοινωνίας, υποτιμάται συστηματικά από τις τοπικές και πανεθνικές πολιτικές ελίτ, που επιμένουν φανατικά στην παρασιτική και μεταπρατική πεπατημένη, εξαιρώντας από όλους τους σχεδιασμούς τους την υπόθεση της παραγωγής και της δημιουργίας. Τόσα μπορούν, αυτά κάνουν.

Το ζήτημα ωστόσο, είναι ότι με αυτές τις επιλογές κλειδώνουν την Ελλάδα σα χώρα χαμηλών προσδοκιών. Σήμερα που ο τουρισμός καταρρέει λόγω της παγκόσμιας πανδημίας, και η Ελλάδα πληρώνει την μονοκόμματη εξάρτησή της πάνω του, κάποιοι πανηγυρίζουν για την τουριστική ΔΕΘ επαναλαμβάνοντας μονότονα ότι «πάνε την πόλη μπροστά», μην βλέποντας το τείχος στο οποίο οι επιλογές τους οδηγούν.

Ένα είναι σίγουρο. Για την κακομοιριά της πόλης και της χώρας, δεν φταίει ούτε η μοίρα της, ούτε το ριζικό της. Φταίνε εκείνοι που αποφασίζουν, και καθηλώνουν τους υπόλοιπους στο δικό τους επίπεδο’’.