Σκάνδαλα του ΑΠΘ γέμισαν τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης

Σκάνδαλα του ΑΠΘ γέμισαν τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης

Υποθέσεις σκανδάλων που κλόνισαν την αξιοπιστία του  Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

απασχολούν αυτή την περίοδο την ελληνική Δικαιοσύνη. Την περασμένη Τρίτη από το γραφείο της ειδικής ανακρίτριας διαφθοράς Θεσσαλονίκης περνούσαν μέλη προηγούμενων πρυτανικών αρχών και επιτροπών, που κατηγορούνται για απιστία σε αγορά ακινήτου με υπέρβαση… 9 εκατομμυρίων ευρώ στο συνολικό κόστος. Την ίδια μέρα, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης είχε προγραμματιστεί η δίκη του ζευγαριού των καθηγητών Αρχιτεκτονικής, η απόλυση των οποίων έγινε γνωστή πρόσφατα, καθώς παραπέμφθηκαν να δικαστούν με την κατηγορία της υπεξαίρεσης 355.000 ευρώ από ευρωπαϊκά προγράμματα, στα οποία ήταν συντονιστές.

Η υπόθεση του ακινήτου έφτασε στο γραφείο της ειδικής ανακρίτριας διαφθοράς Ιωάννας Σερβέτα ύστερα από τη δίωξη που ασκήθηκε από τον τότε εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς για απάτη σε βάρος του δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ηθικής αυτουργίας και συνέργειας στα αδικήματα κατά περίπτωση, που στρέφεται σε δέκα άτομα, μεταξύ των οποίων οι προηγούμενες πρυτανικές αρχές. Οι δέκα κατηγορούμενοι ζήτησαν να πάρουν αντίγραφα της δικογραφίας και πήραν προθεσμία ν’ απολογηθούν στα μέσα Ιουλίου.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το κτίριο που αγοράστηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η αγορά του συγχρηματοδοτήθηκε κατά 85% από ευρωπαϊκούς πόρους, παρ’ ότι στην πρώτη αξιολόγησή του κρίθηκε πως το κόστος του φτάνει μετά βίας τα 3 εκατομμύρια ευρώ, ενώ διαπιστώθηκε ότι έχει πολεοδομικές παραβάσεις, μία δεύτερη επιτροπή το κοστολόγησε στα… 11,9 εκατομμύρια ευρώ, όσο τελικά κόστισε.

Υπέρβαση μαμούθ

Η υπόθεση απασχόλησε αρχικά τις δικαστικές αρχές όταν υπέβαλαν μήνυση ιδιοκτήτες τριών άλλων κτιρίων που κρίθηκαν ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που έθετε ο διαγωνισμός και θεώρησαν ότι η αγορά του συγκεκριμένου κτιρίου ήταν προαποφασισμένη, σύμφωνα με τη μήνυση. Το κτίριο είχε προγραμματιστεί να αξιοποιηθεί για ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες του Α.Π.Θ. Η αγορά εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα Μακεδονίας – Θράκης 2007 – 13, που επιδοτούνταν κατά 85% από το ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και 15% από το δημόσιο. Προϋπόθεση ήταν το κόστος να μην ξεπερνάει 12 εκατομμύρια ευρώ, το κτίριο να καλύπτει επιφάνεια 6.500 τ.μ. και να είναι κατάλληλο για τον σκοπό που προορίζεται.

Πριν την ολοκλήρωση των διαδικασιών αγοράς η πρώτη επιτροπή εκτιμητών, αποτελούμενη από μηχανικούς της Εθνικής Τράπεζας και υπαλλήλους Δ.Ο.Υ. αξιολόγησε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο κοστίζει 3 εκατομμύρια ευρώ. Τα μέλη της επιτροπής συμπλήρωσαν την έκθεσή τους με παρατηρήσεις ότι στο εσωτερικό υπάρχουν πολεοδομικές παραβάσεις και εκκρεμή πρόστιμα, ενώ και οι χώροι του δεν καλύπτουν την προβλεπόμενη έκταση των 6.500 τ.μ. που αποτελούσε προϋπόθεση του διαγωνισμού. Στη μήνυσή τους οι ιδιοκτήτες των άλλων κτιρίων ισχυρίζονται πως η εκτίμηση εκείνη… εξαφανίστηκε από τις αρμόδιες επιτροπές του Α.Π.Θ. και η επιτροπή αντικαταστάθηκε. Σε αυτή συμμετείχε ιδιώτης – σύμβουλος άλλης Τράπεζας, ο οποίος κοστολόγησε το ίδιο ακίνητο στο ποσό των 11,9 εκατομμύρια ευρώ.

Η υπόθεση της αγοράς του συγκεκριμένου κτιρίου ξεκίνησε πριν αναλάβουν οι πρυτανικές αρχές, μέλη των οποίων είναι στον κατάλογο των κατηγορουμένων, που κυρίως ευθύνονται για την υπογραφή της αγοράς του ακινήτου. Οι κατηγορούμενοι που κλήθηκαν ν’ απολογηθούν στην ανακρίτρια, πληροφορίες αναφέρουν ότι αρνούνται τις κατηγορίες. Υποστηρίζεται από την πλευρά τους πως το κτίριο ήταν το μοναδικό που πληρούσε τις προδιαγραφές και ότι τα υπόλοιπα χρήματα είχε προγραμματιστεί να δαπανηθούν για εσωτερικές αλλαγές που προβλέφθηκαν στον διαγωνισμό. Επικαλούνται ακόμη ότι τη συγκεκριμένη αγορά ενέκριναν οι ελεγκτικές αρχές μεταξύ των οποίων το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Τα μέτρα για τον κορωνοϊό ανέβαλαν τη δίκη του ζευγαριού των καθηγητών που απολύθηκαν από το Α.Π.Θ.

Στην πρώτη σειρά του πινακίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης της περασμένης Τρίτης, στον αριθμό 6, φιγουράριζαν τα ονόματα του ζευγαριού των καθηγητών Αρχιτεκτονικής του Α.Π.Θ., η υπόθεση των οποίων έκανε θόρυβο στο πανελλήνιο. Απολύθηκαν από το πανεπιστημιακό ίδρυμα για υπεξαίρεση 355.000 ευρώ, από ευρωπαϊκά προγράμματα των οποίων και οι δύο ήταν συντονιστές. Η ποινική τους δίκη δεν διεξήχθη, καθώς μέσω υπεύθυνων δηλώσεών τους, ενημέρωσαν το δικαστήριο πως βρίσκονται στο εξωτερικό και δεν μπορούν να παραστούν, λόγω των παγκόσμιων περιοριστικών μέτρων για τον κορωνοϊό. Η δίκη αναβλήθηκε για τον προσεχή Δεκέμβριο. Συγκεκριμένα ο ένας ανέφερε ότι είναι καθηγητής στο Ντουμπάι και δεν μπορεί να φτάσει στην Ελλάδα αφού η αεροπορική σύνδεση έχει διακοπεί λόγω της πανδημίας, ενώ η σύζυγός του ότι είναι καθηγήτρια στο Λονδίνο και πως στην περίπτωση που επισκεφτεί στην Ελλάδα θα χρειαστεί να μείνει 14 ημέρες σε  καραντίνα, ενώ άλλες 14 ημέρες θα πρέπει να μείνει αποκλεισμένη στην Αγγλία, κατά την επιστροφή της.

Οι δύο καθηγητές παραπέμφθηκαν σε δίκη για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τους είχαν εμπιστευτεί ως εντολοδόχους και διαχειριστές ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση που στρέφεται σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι η γνωστή ιστορία με την προσφυγή που έγινε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, από το οποίο ζήτησαν την ακύρωση της απόλυσής τους. Η υπόθεσή τους αποκαλύφτηκε ύστερα από έρευνα που διενήργησε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), καθώς τα κονδύλια που σύμφωνα με το κατηγορητήριο υπεξαιρέθηκαν αφορούν ευρωπαϊκούς πόρους.

Η  έρευνα της OLAF

Η έρευνα ξεκίνησε ύστερα από ανώνυμη καταγγελία που έφτασε το 2013 στα γραφεία της OLAF στις Βρυξέλλες. Εκτιμάται πως ο καταγγέλλων ήταν ένας εκ των συμμετεχόντων σε συνέδρια που οργανώθηκαν στο διάστημα 2005 – 2011 και στα οποία διαχειριστές ήταν οι δύο καθηγητές του τμήματος αρχιτεκτονικής. Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα  τα χρήματα στους δύο συντονιστές των προγραμμάτων Erasmusμε την επωνυμία ENHSA IΙ και ENHSA ΙII, διοχετεύονταν στους προσωπικούς τους λογαριασμούς μέσω του Βελγικού Συνδέσμου Ευρωπαϊκών Αρχιτεκτονικών Σχολών για να καλύψουν τις δαπάνες για πραγματοποίηση συνεδρίων και αποζημίωση των συμμετεχόντων σ’ αυτά. «Αντί αυτού έκαναν συναλλαγές που δεν συνδέονται με τον σκοπό των εκδηλώσεών των δύο έργων και ειδικότερα δαπάνησαν ένα ποσό 299.000 ευρώ για να καλύψουν προσωπικές τους ανάγκες όπως έξοδα κατοικίας, μεταφορές σε τραπεζικούς λογαριασμούς οικείων προσώπων, εξόφληση λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ασφαλιστικές δαπάνες, καταβολή φόρου οχημάτων, δαπάνες τέκνων και αγορά αυτοκινήτων, μεταφορά ποσών σε άλλους δικούς τους λογαριασμούς, αγορά οικιακού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, νοσοκομειακή περίθαλψη, έξοδα ομορφιάς και έξοδα ασφάλισης), καθώς έκαναν έξοδα 53.500 ευρώ χωρίς παραστατικά», επισημαίνεται στο βούλευμα.

Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η μέθοδος υπολογισμού του ελλείμματος από την πλευρά της OLAF είναι λανθασμένη, καθώς όπως έχουν αναφέρει στις ανακριτικές τους απολογίες, έχουν υπολογιστεί και τα χρήματα που εισπράττουν από άλλες  πηγές στον κοινό  προσωπικό τους λογαριασμό. Ισχυρίζονται ότι από εκεί έγιναν όλες οι δαπάνες για τις οποίες έχουν παραπεμφθεί και αναφέρουν πως ένα τμήμα των ποσών για το οποίο κατηγορούνται δαπανήθηκε όπως δεν ήταν δυνατόν να συγκεντρώνουν αποδείξεις, επειδή οι πάροχοι υπηρεσιών στα συνέδρια που πραγματοποιήθηκαν αρνούνταν τη χορήγησή τους. Αντίθετα στο βούλευμα τονίζεται ότι με βάση την πραγματογνωμοσύνη που έγινε για τα χρήματα που εισέρρευσαν στον προσωπικό τους λογαριασμό από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, οι ισχυρισμοί τους δεν ευσταθούν. Σημειώνεται μάλιστα πως ο πραγματογνώμονας έχει επισημάνει ότι οι κατηγορούμενοι δεν παρέδωσαν ούτε έναν κατάλογο των προσωπικών εισροών άλλων χρημάτων που επικαλούνται.

πηγή εφημερίδα Karfitsa