Η πιο επικίνδυνη δουλειά στον κόσμο: Πώς είναι να είσαι φωτογράφος σε εμπόλεμη ζώνη

Το να βρίσκεσαι ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά είναι αδιαμφισβήτητα μία δύσκολη καθημερινότητα που συχνά κοστίζει ακριβά. Ο πρόσφατος θάνατος της 26χρονης Γαλλίδας φωτογράφου Καμίλ Λεπάζ που κάλυπτε τον εμφύλιο στο

Ναϊρόμπι της Κένυα, ενέπνευσε μία συνάδελφό της να μοιραστεί τις δικές της εμπειρίες.

Η φωτογράφος Λίντσει Αντάριο περιγράφει τη ζωή της και τις εμπειρίες της από το πεδίο της μάχης, μιλώντας στο National Geographic, για μία πραγματικά επικίνδυνη δουλειά.

Σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων, 70 πολεμικοί ανταποκριτές σκοτώθηκαν μόνο το 2013 «ως άμεσα αντίποινα» για την εργασία τους. Από αυτούς, σχεδόν το 1/4 ήταν φωτογράφοι.

«Το να είσαι φωτογράφος σε εμπόλεμη ζώνη είναι πολύ πιο επικίνδυνο απ' ότι πιστεύει ο κόσμος και όσο πιο πολύ καιρό το κάνω, τόσο νιώθω ότι οι πιθανότητες επιβίωσής μου εξαντλούνται» εξηγεί η Αντάριο.

«Την Τρίτη, όπως καθόμουν στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι ύστερα από ένα ταξίδι δύο εβδομάδων για το Νότιο Σουδάν, όπου φωτογράφιζα σκηνές από τον εμφύλιο πόλεμο, ο κόσμος μάθαινε για τη δολοφονία της γαλλίδας φωτορεπόρτερ Καμίλ Λεπάζ, η οποία κάλυπτε τον εμφύλιο πόλεμο στη γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Η Καμίλ ήταν 26 χρονών.

Στο Νότιο Σουδάν φωτογράφησα σωρούς ανθρώπων στους δρόμους, μικρά παιδιά σε πρόχειρα νοσοκομεία αντίσκηνα και άμαχους να σκάβουν με τα χέρια για να θάψουν τους νεκρούς τους. Τίποτα δεν φαινόταν πιο σημαντικό για μένα από το να δείξω στον κόσμο τον παραλογισμό, τον θάνατο και την πείνα στο Νότιο Σουδάν. Ηθελα ο κόσμος να δει μέσα από τα μάτια του πόνου, ώστε οι φωτογραφίες μου να παρακινήσουν τη διεθνή κοινότητα να δράσει.» δήλωσε η Αντάριο στο National Geographic.

Μιλώντας για το θάνατο της Καμίλ η Αντάριο γράφει: «Το έργο της Καμίλ ήταν ισχυρό, ζεστό και οδυνηρό και μπορώ μόνο να φανταστώ πόσο θα είχε συγκλονίσει τον κόσμο με τις φωτογραφίες της αν είχε ζήσει περισσότερα από 26 χρόνια. Το πάθος και η προθυμία της να περάσει μήνες στις πιο σκοτεινές σκιές του κόσμου, μου θύμισε τον εαυτό μου όταν ήμουν 26. Πήγα στο Αφγανιστάν με μερικές χιλιάδες δολάρια στην τράπεζα από περιέργεια και επιθυμία να φωτογραφίσω τη μυστική ζωή των γυναικών που ζουν κάτω από το καταπίεση των Ταλιμπάν. Ημουν απτόητη από τον κίνδυνο του να ταξιδέψω ως μία Αμερικανή γυναίκα μέσα στη γη των Ταλιμπάν. Πίστευα στις ιστορίες που ήθελα να πω, αυτές που δεν καταγγέλλονται και ήμουν πεπεισμένη ότι αυτή η πεποίθηση θα με κρατήσει ζωντανή. Δεκατέσσερα χρόνια μετά και έχοντας βιώσει τους θανάτους και ακρωτηριασμούς πολυάριθμων φίλων, την απώλεια των δύο οδηγών και δύο απαγωγών, έχω περισσότερο από ποτέ επίγνωση της θνησιμότητας μου.»

«Η πραγματικότητα είναι ότι οι φωτογράφοι και οι πολεμικοί ανταποκριτές που εργάζονται κάτω από καταπιεστικά καθεστώτα κινδυνεύουν περισσότερο τώρα από ποτέ» συνεχίζει. «Ολοι φαίνεται να θέλουν να σκοτώσουν τον αγγελιοφόρο και η αντίληψη ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να παραμένουν ουδέτεροι παρατηρητές που απλώς τεκμηριώνουν την πραγματικότητα δεν υφίσταται πλέον.

Από το Πακιστάν μέχρι την Κολομβία και τη Ρωσία, οι δημοσιογράφοι γίνονται εσκεμμένα στόχος και πολύ συχνά πλέον, τους σκοτώνουν για να φιμώσουν τη φωνή των εικόνων και των λόγων τους.

Οι απαγωγές είναι πλέον ανεξέλεγκτες, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την κάλυψη ακόμη και για τους πιο έμπειρους και ατρόμητους πολεμικούς ανταποκριτές. Σε πολλές χώρες, οι δυτικοί δημοσιογράφοι θεωρούνται απλώς δολάρια.

Το 2004 με πήραν όμηρο στο Ιράκ με έναν συνάδελφό της New York Times στο χωριό Γκάρμα έξω από τη Φαλούτζα. Επίσης το 2011 με είχαν απαγάγει μαζί με τρεις συναδέλφους από τη New York Times στην Ατζαμπίγια της Λιβύης.

Σε αυτές τις τρομακτικές στιγμές όταν διαπιστώσαμε ότι πλησιάζαμε ένα εχθρικό σημείο ελέγχου με στρατιώτες πιστούς στον δικτάτορα Μουαμάρ Καντάφι, ο οδηγός μας, Μοχάμαντ Σαλγκούφ, έκανε κάτι που θα μπορούσε να είχε αποτέλεσμα πριν από 20 χρόνια, αλλά όχι τότε. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στο σημείο ελέγχου, σήκωσε τα χέρια του ψηλά πάνω από το κεφάλι του και φώναξε κάτι στη γλώσσα τους που σήμαινε "είμαστε δημοσιογράφοι" λες και θα μπορούσε να υπάρχει κάποια ιερότητα σε αυτές τις λέξεις.

Μέσα στο χάος, που προφανώς ακολούθησε χάσαμε τον Μοχάμεντ και δεν τον ξαναείδαμε ζωντανό. Υποθέσαμε ότι είτε σκοτώθηκε σε διασταυρούμενα πυρά μεταξύ των ανταρτών και των στρατευμάτων του Καντάφι, είτε εσκεμμένα εκτελέστηκε από στρατιώτες του Καντάφι .

Περισσότερο από τρία χρόνια αργότερα το σώμα του ακόμα δεν έχει βρεθεί, αλλά τα τελευταία λόγια του με έχουν στοιχειώσει. "Είμαστε δημοσιογράφοι"... Μερικές φορές οι άνθρωποι σέβονται αυτά τα λόγια. Ωστόσο στις μέρες μας, τις περισσότερες φορές δεν το κάνουν....»

Η Λίντσει Αντάριο

H Καμίλ Λεπάζ

 

iefimerida.gr