Ζυγός: Το «σκυλάδικο» της Θεσσαλονίκης που σέρβιρε σουβλάκια (ΦΩΤΟ&ΒΙΝΤΕΟ)

Ζυγός: Το «σκυλάδικο» της Θεσσαλονίκης που σέρβιρε σουβλάκια (ΦΩΤΟ&ΒΙΝΤΕΟ)

Άνδρας διασχίζει ένα διάδρομο με δεκάδες μπουκάλια σαμπάνιας, δεξιά κι αριστερά. Φθάνει στην πίστα πατώντας πάνω σε χιλιάδες γαρύφαλλα που έχουν ριχθεί για να τον υποδεχθούν αφού είναι ο τραγουδιστής και με το που ξεκινάει να τραγουδάει «να `χα πέτρινη καρδιά», το μαγαζί …παίρνει φωτιά.

Ρεπορτάζ: Θεοδώρα Απότα

Είναι μια κλασσική σκηνή μιας συνηθισμένης νύχτας της περασμένης 20ετίας στο «Ζυγό». Αυτή κι άλλες πολλές τέτοιες είχε στο μυαλό του ο Παντελής Βούλγαρης όταν αποφάσισε να γυρίσει εδώ τις βασικές σκηνές της ταινίας «Όλα είναι δρόμος» που έμεινε στην ιστορία.

«Το μαγαζί πήρε τρελά λεφτά για να γυριστεί εκεί το έργο» λέει στο Seleo ο Παύλος Προκοπίδης, εργαζόμενος για πολλά χρόνια στο μαγαζί. Στο Ζυγό έγιναν τα εσωτερικά γυρίσματα της απίστευτης σκηνής με τον Μάκη Τσετσένογλου που πάει να πνίξει τον πληγωμένο του εγωισμό στο σκυλάδικο «Βιετνάμ» και αγοράζει το μαγαζί για να το καταστρέψει, ξεστομίζοντας μία από τις πιο διάσημες ατάκες του ελληνικού κινηματογράφου: «Ηλία, ρίχτο»!

Οι βραδιές στο Ζυγό δεν ήταν βγαλμένες από κινηματογράφο. Ήταν βγαλμένες για τον κινηματογράφο. «Το μαγαζί ήταν γεμάτο, και άλλα εκατό άτομα παρακαλούσαν απ’ έξω για να μπουν, να καθίσουν έστω για ένα ποτό. Έζησα απίστευτες στιγμές, γεμάτες παραφροσύνη και αγάπη. Οι γυναίκες με τραβούσαν να χορέψουμε, πήγαινα στο καμαρίνι και τίναζα για πέντε λεπτά τα γαρύφαλλα από τα ρούχα μου» μας λέει ο Σταύρος Ζούμπας, ένας από τους τραγουδιστές που έχουν συνδέσει το όνομα τους με τον «Ζυγό».

Χαρακτηρίστηκε το απόλυτο στέκι των ξενύχτηδων της Θεσσαλονίκης. Εκεί μέσα γεννήθηκαν έρωτες, χάλασαν γάμοι, ξέσπασαν χωρισμένοι, συμφωνήθηκαν κουμπαριά μα όλοι θυμούνται με νοσταλγία πλέον τις στιγμές που πέρασαν στο Ζυγό. Εκεί, όπου ο κουστουμαρισμένος χόρευε με τον εργάτη και ο δικηγόρος έπινε ποτά με τη γραμματέα του. Γλεντούσαν, ίδρωναν, έπιναν και κάπνιζαν. «Εκεί μέσα οι μάσκες έπεφταν» σημειώνει ο Παύλος Προκοπίδης, ο οποίος έψηνε και σέρβιρε σουβλάκια στους πελάτες, που κι αυτά έγιναν σήμα κατατεθέν του μαγαζιού, αν και μπουζουξίδικο.

Η χωρητικότητα του μαγαζιού που στεγαζόταν στην οδό Κωνσταντινουπόλεως (προέκταση της Λαγκαδά) ήταν μόλις 160 άτομα όμως από εκεί περνούσαν κάθε βράδυ πολλαπλάσιοι, έστω κι αν ήταν αναγκασμένοι να χορεύουν όλη την νύχτα για να έχουν ένα μέρος να σταθούν. «Ο κόσμος ανακυκλωνόταν διαρκώς, άλλος έφευγε, άλλος ερχόταν. Όταν είχε “ονόματα” ήταν πάρα πολλοί οι όρθιοι πελάτες. Δεν υπήρχε κενό τραπέζι, ούτε καν στάντ. Επειδή δεν ήθελαν να φύγουν, ανέβαιναν στην πίστα και χόρευαν για να σταθούν κάπου» συνεχίζει ο Π. Προκοπίδης.

«Το μαγαζί ήταν «καθαρότατο». Δεν είχε ούτε ναρκωτικά ούτε όπλα. Γι΄ αυτό και πέτυχε. Με λαϊκό τραγούδι και άφθονο αλκοόλ» τονίζει ο ίδιος.

Ο «Ζυγός» όπως και τα περισσότερα κέντρα διασκέδασης εκείνων των χρόνων, λειτουργούσε 7 στα 7. Χωρίς ρεπό για μουσικούς και προσωπικό, με ζωντανή μουσική από Δευτέρα μέχρι Κυριακή. Η έναρξη του προγράμματος ήταν τα μεσάνυχτα αλλά κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει την λήξη η οποία ερχόταν σίγουρα μέρα και συχνά κατά τις 9 το πρωί. «Οι θαμώνες έχαναν την αίσθηση του χρόνου, ήταν απίστευτο».

Στο Ζυγό τραγούδησαν, μεταξύ άλλων, οι Σταύρος Ζούμπας, Μάκης Καλαϊτζής, Τέρης Χρυσός, Πάνος Μιχαλόπουλος, Μαριάνθη Κεφάλα, Αννέτα Μαρμαρινού, Φωτεινή Μαυράκη, Έλενα Γιαννακάκη.

Ο Σταύρος Ζούμπας έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Ζυγό τη σεζόν 1999-2000 και εμφανιζόταν κάθε χρόνο μέχρι το 2007. Αποκαλούσε το Ζυγό «ναό της διασκέδασης», και όπως λέει στο Seleo: «Η διασκέδαση εκεί ήταν αυθεντική, καθόλου δήθεν. Στο μαγαζί έρχονταν υπάλληλοι και εισαγγελείς. Βίωσα απερίγραπτες καταστάσεις» .

Θυμάται το μαγαζί γεμάτο σε καθημερινή βάση και Παρασκευή-Σάββατο, το αδιαχώρητο. «Ήταν γεμάτο, και απ΄ έξω είχε άλλα εκατό άτομα που παρακαλούσαν να μπουν»! Το πρόγραμμά του ξεκινούσε με το «Να ‘ χα πέτρινη καρδιά» και «έκλεινε» με το «Θα ξαναγυρίσεις, ό,τι και να λές». Χαρακτηριστικά τραγούδια στο πρόγραμμα του Σ. Ζούμπα ήταν το «Τη μέρα νοικοκύρης το βράδυ αμαρτωλός» αλλά και το «Αγάπη μου».

Όσα χρόνια και να περάσουν, όπως λέει, δεν πρόκειται να ξεχάσει την υποδοχή που του επιφύλασσε το κοινό όταν έβγαινε στην πίστα.

No description available.

«Έβγαινα περίπου στις 02:15. Με το που έπαιζε η ορχήστρα την εισαγωγή για να βγω στην πίστα, ήδη ήταν γεμάτη. Δεν μπορούσα να προχωρήσω. Ήμουν ένα με τον κόσμο, έζησα στιγμές λατρείας.» αναφέρει ο Σταύρος Ζούμπας. Μιλά για ασταμάτητη διασκέδαση, τρελό χορό, πανικόβλητες «λουλουδούδες» και θυμάται εξαιρετικές στιγμές…

Ο διάδρομος με τις σαμπάνιες

«Ένας φίλος, μεγάλος θαυμαστής μου ερχόταν κάθε Σάββατο από τη Χαλκιδική. Ήξερε τί ώρα έβγαινα και έδινε εντολές. Έλεγε, πριν βγω να ετοιμάσουν “πύργους” από κιβώτια με σαμπάνιες. Από το σημείο που ξεκινούσα μέχρι τη θέση μου στην πίστα, έφτιαχναν διάδρομο με μπουκάλια σαμπάνιας και, όση ώρα τραγουδούσα τις άνοιγαν».

Το φορτηγάκι με τα γαρύφαλλα

Σάββατο βράδυ, παρκάρει έξω από το Ζυγό ένα ημιφορτηγό γεμάτο γαρύφαλλα. «Δεκαπέντε τεράστιες μαύρες σακούλες γεμάτες γαρύφαλλα άδειασαν μέσα στο μαγαζί». Οι καθαρίστριες βρίσκονταν σε απελπισία: «Μεσημέρι θα τελειώσουμε το καθάρισμα…».

Η νύφη

«Είμαι πάνω στην πίστα, το μαγαζί πιταρισμένο, και βλέπω μία νύφη! Όλοι χειροκροτούν και εκείνη ανεβαίνει στην πίστα, βγάζει τα παπούτσια της, και μου ζητάει να τραγουδήσω το «να ζήσουν οι κομμώτριες», γιατί ήταν το επάγγελμά της. Έγινε χαμός! (Το τραγούδι αυτό αγαπήθηκε πολύ, περίμεναν όλες οι κομμώτριες να το ακούσουν και αν αργούσα να το πω, άναβαν αναπτήρες!)».Το ζευγάρι παντρεύτηκε έκανε το καθιερωμένο γλέντι και μετά πήγε «καρφί» στο Ζυγό. Το πιο ενδιαφέρον είναι όμως ότι, πριν το γάμο, όταν μάλωναν, ο άνδρας πήγαινε κάτω από το σπίτι της κοπέλας και έβαζε τέρμα στο αυτοκίνητό του το τραγούδι «θα ξαναγυρίσεις», και αυτή… υπέκυπτε. Γι΄ αυτό και «έκλεισαν» τη πρώτη νύχτα του γάμου τους στο μαγαζί!

Ένα τραγούδι, 12 φορές

Μία νύχτα τραγούδησα το «Φεύγω γιατί είσαι θάνατος» 12 φορές σερί. Τη δωδέκατη φορά, είπα «καλημέρα»…

«Ξημέρωνε, ερχόταν το πρωί και δεν έλεγαν να κατέβουν από τα τραπέζια. Φώναζαν “κι άλλο!”» τονίζει ο Σταύρος Ζούμπας.

No description available.

Πολλά περιστατικά και άνθρωποι έχουν μείνει χαραγμένα στο μυαλό του Π. Προκοπίδη.

«Ένας πελάτης δεν πάρκαρε ποτέ», θυμάται. «Άφηνε το αυτοκίνητό του να κυλήσει προς ένα τοιχάκι που υπήρχε έξω από το μαγαζί! Δεν τον ένοιαζε το αμάξι, παρά μόνο η διασκέδαση. Άλλες εποχές…».

Οι πελάτες όπως λέει συχνά γίνονταν ένα, παρασυρόμενοι από την ατμόσφαιρα, το κέφι και τα τραγούδια. «Στη μέση μιας νύχτας, με τραβάει ένας και με ρωτάει πανικόβλητος “πού είναι ο παπάς;”. Λέω, πάει τα έχασε από το ποτό. Του εξηγώ ότι δεν υπάρχει παπάς μέσα στο μαγαζί, αυτός όμως επιμένει. Τελικά, υπήρχε παπάς. Είχε έρθει μαζί με δύο φίλους του, εκ των οποίων ο ένας ήταν παπάς και πάνω στη σούρα του έβγαλε τα ράσα…»

«Το ζούσαμε στο κόκκινο. Δε χορταίναμε ξενύχτι» θυμάται ένας νεαρός τότε μόνιμος θαμώνας του Ζυγού. «Ο πατέρας μου πήγαινε στα καπνά και εγώ γυρνούσα από το Ζυγό…» λέει στο Seleo.

Η «πτώση»

Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο κόσμος αραίωνε. Το μαγαζί το «χτύπησε» η κρίση, όμως το «σακάτεψε» η δημιουργία της νησίδας. Ο δρόμος έγινε ταχείας κυκλοφορίας και τοποθετήθηκαν φώτα. Η οδός εκσυγχρονίστηκε και δεν «σήκωνε» πλέον το ύφος του μαγαζιού.

Τα σουβλάκια του Ζυγού

Ένα από τα πιο γνωστά σουβλατζίδικα της δυτικής Θεσσαλονίκης ανήκει στον άνθρωπο που έφτιαχνε και σέρβιρε τα σουβλάκια στους θαμώνες του μπουζουξίδικου, τον Π.Προκοπίδη. «Το ονόμασα «Ζυγός» για να με βρίσκουν οι «παλιοί». Ήρθε ο άλλος από την Πελοπόννησο και για να αποδείξει στην παρέα του ότι ήρθε, πήρε τραπεζομάντηλο που είχε τυπωμένο επάνω το όνομα…».