Η αυλαία μιας ''γκρίζας'' εποχής στην TV100

Η αυλαία μιας ''γκρίζας'' εποχής στην TV100

Όσο και αν φαντάζει υπερβολικό,

το φακέλωμα εφαρμόζεται ως πάγια τακτική ορισμένων προσώπων με στόχο την υποβάθμιση των συνάδελφων τους και την ανάδειξη της δικής τους θέσης. Στις μέρες μας θα μπορούσε να θεωρηθεί και το επάγγελμα του μέλλοντος αφού έχει ραγδαία ανάπτυξη. Πλέον η κοινωνία μας την περιβόητη αυτή λέξη θα μπορούσε να την αναγάγει και σε επιστήμη. Λίγο πολύ οι περισσότεροι έχουν αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση, στις προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, καθώς και στο χώρο εργασίας. Το πιο γελοίο στην όλη υπόθεση είναι, όταν ανακαλύπτεις τον ρουφιάνο ο οποίος και εξακολουθεί να σου κάνει τα γλυκά ματάκια. Πάντως η αλήθεια είναι πως τη ρουφιανιά ως κατάσταση πολλοί αγάπησαν, τον ρουφιάνο όμως κανείς!

Μια παραπλήσια κατάσταση επικρατεί στα δημοτικά μέσα ενημέρωσης και «βγάζει μάτια» παρά την προσπάθεια να υποβαθμιστεί ως γεγονός από όσους συμμετείχαν επί χρόνια σ αυτήν. Όλοι γνωρίζουν δραματικές λεπτομέρειες για πρόσωπα και καταστάσεις καθώς δεν θα μπορούσαν να αποκρυφτούν στο βάθος χρόνου μιας οκταετίας. Είναι κοινός αποδεκτό ότι το χαμηλό μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο μετατρέπει κάποιους ανθρώπους εύκολα σε φορείς εκτέλεσης εμπαθή ενεργειών. Οι άνθρωποι αυτοί είναι συνήθως άνθρωποι ανασφαλείς, που έχουν βιώσει την ταπείνωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, χωρίς ουσιαστική παιδεία και κοινωνική συνείδηση, και θεωρούν ότι θα εκδικηθούν και θα δικαιωθούν μόνο εάν ταυτισθούν με την εξουσία.

Με αυτά τα κριτήρια η διοίκηση Μπουτάρη τοποθέτησε σε καίρια πόστα άτομα που ήταν «βολικά» στις επιταγές της διοίκησης και εξυπηρετούσαν με πάθος και άλλους σχεδιασμού της. Οι δολοπλόκοι-έτσι μπορούμε να τους περιγράψουμε στην καλύτερη περίπτωση-διέδιδαν και μετέφεραν πληροφορίες ακόμη και στοιχεία της προσωπικής ζωής των συναδέλφων τους προκειμένου να εμφανίζονται «χρήσιμοι» με απώτερο σκοπό να αποκτούν προνόμια ενώ η διοίκηση της εταιρείας αποκτούσε με το ταλέντο τους την ικανότητα να ασκεί διοίκηση μέσα από ένα καθεστώς τρομοκρατίας. Τα προνόμια αυτά της παρέας, πέραν της προσωπικής προβολής είχαν σχέση με την ελευθερία κινήσεων και με απολαβές μέσω συνεργασιών που είχαν συνάψει εκτός εταιρείας. Και εδώ μπαίνει το ακόλουθο ερώτημα. Μήπως λοιπόν για να αποτελούν όσα προαναφέραμε, ένα επτασφράγιστο μυστικό έπρεπε να οργανωθεί ένα περιβάλλον που θα παρείχε «ασφάλεια» και μόνο ένας ασφυκτικός κλοιός επιτήρησης των εργαζομένων, θα μπορούσε να επιφέρει το ποθητό αποτέλεσμα; Η διοίκηση σε συνεργασία με τους «πρόθυμους» πέτυχε να απομακρύνει όποιον τολμούσε να αντιδράσει, έχοντας υποστηρικτές τα άτομα της παρέας που η ίδια διαμόρφωσε, ενώ έτσι διασφάλιζε το γεγονός, ότι δεν μεροληπτεί υπέρ αχρήστων, αλλά μόνο υπέρ των ικανών που η ίδια όμως επέλεξε, «βάπτισε» και τους πρόβαλε ως άριστους. Με κυρίαρχο λοιπόν το δημοσιογραφικό τμήμα, αναδείχθηκαν και άλλα πρόσωπα στο τεχνικό, και στο διαφημιστικό όπως και στα τμήματα της γραμματείας και του λογιστηρίου. Η πίεση όμως που ασκούνταν στους -εκτός παρέας- ήταν τόσο ασφυκτική που μερικές φορές ξεπερνούσε το όριο της απάνθρωπης συμπεριφοράς. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ατόμων που υφίστατο απρεπείς συμπεριφορές σε όριο εξευτελισμού και ταπείνωσης. Υπήρξαν εργαζόμενοι που ξέσπασαν σε κλάματα με λυγμούς, ως συνέπεια της διαρκούς κατάστασης που επικρατούσε σε τηλεόραση και ραδιόφωνο και των προσβολών που δέχονταν αλλά δεν αντιδρούσαν υπό το φόβο της απόλυσης και του μπούλινγκ.

Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελούν προϊόν νοσηρής φαντασίας και ότι επιχειρούν να στοχοποιήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα. Προς απάντηση, επισημαίνεται ότι πρόκειται για μια αναφορά η οποία δεν αμφισβητείται καθώς πολλά από τα γεγονότα έλαβαν χώρα δημόσια, παρουσίας ατόμων και μπορούν να διασταυρωθούν από τη νέα διοίκηση που κυριολεκτικά θα υποστούν σοκ από τις περιγραφές που θα ακούσουν, αν οι εργαζόμενοι απαγκιστρωθούν και μιλήσουν. Ο αντιπρόεδρος της δημοτικής εταιρείας Γιώργος Αβαρλής που συμμετείχε και στην προηγούμενη διοίκηση, επί Μπουτάρη, παρουσιάζει μια ιδεατή εικόνα για τη ΔΕΠΘΕ, και υποστηρίζει πως όλα «βαίνουν καλώς», ίσως όμως να αγνοεί βασικές λεπτομέρειες εκτός και αν επικροτεί όσους υποτιμούσαν και ταπείνωναν ακόμη και γυναίκες που οδηγήθηκαν σε ακραία όρια απόγνωσης. Αν δεν το γνώριζε, δικαίως έχει αυτή την άποψη. Τώρα όμως που το πληροφορείται ας προβληματισθεί για το πως ένιωσαν.

Η κριτική λοιπόν που ασκείται δεν έχει ως στόχο τον ίδιον, και κυρίως δεν έχει ως στόχο τη διοίκηση του Κωνσταντίνου Ζέρβα, απλά υποστηρίζει το δίκαιο και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που χάθηκε μέσα σ ένα δημοτικό μέσο. Την αξιοπρέπεια αυτή που ορισμένοι έχοντας σκοπιμότητα τσαλάκωσαν, την αναζητούν τώρα οι εργαζόμενοι μακριά από κάθε «κουτοπονηριά και φακέλωμα». Δεν θεωρείται υπερβολή λοιπόν η ευχή της πλειοψηφίας των εργαζομένων να «φύγουν» ή να τεθούν στο περιθώριο όσοι υιοθέτησαν ανάλογες τακτικές σε βάρος συναδέλφων τους διότι οι συμπεριφορές αυτές ήταν χαρακτηριστικά μιας διοίκησης αλαζονικής, ανίκανης και ιδιαίτερα εκδικητικής που έτσι θα καταγραφεί στην ιστορία της ΔΕΠΘΕ.

Ο Σχολιαστής

Η Ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies προκειμένου να μπορούμε να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία.