Χάρι Μαγκουάιρ: «Δεν οφείλω συγγνώμη» - Η συνέντευξη του αρχηγού της Μαν. Γιουνάιτεντ μετά την καταδίκη

Χάρι Μαγκουάιρ: «Δεν οφείλω συγγνώμη» - Η συνέντευξη του αρχηγού της Μαν. Γιουνάιτεντ μετά την καταδίκη

Ο ποδοσφαιριστής έδωσε στο BBC την πρώτη του συνέντευξη μετά τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια των διακοπών στην Ελλάδα.

Δήλωσε ότι αστυνομικοί με πολιτικά, που δεν ανέφεραν την ιδιότητά τους, σταμάτησαν το minibus της παρέας του στη Μύκονο, τους πέταξαν έξω από το όχημα, τον χτύπησαν στα πόδια και του είπαν ότι η καριέρα του τελείωσε. Ο 27χρονος είπε ότι προσπάθησε να ξεφύγει, με χειροπέδες στο ένα του χέρι, επειδή δεν είχε ιδέα ποιοι ήταν αυτοί οι άνδρες.

Την Τρίτη, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου έκρινε ένοχο τον Μαγκουάιρ για επίθεση, απείθεια κατά της αρχής και επαναλαμβανόμενη προσπάθεια δωροδοκίας. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 21 μηνών και 10 ημερών με αναστολή. Μία ημέρα αργότερα, οι δικηγόροι του έκαναν έφεση.

Μιλώντας στο BBC, ο Μαγκουάιρ φαινόταν να προσπαθεί να συγκρατήσει τα συναισθήματά του. Είπε ότι ήταν «φρικτό» το άκουσμα της απόφασης του δικαστηρίου και ότι «δεν μπορούσα να το πιστέψω». Όταν ρωτήθηκε σχετικά, απάντησε «Δεν αισθάνομαι ότι οφείλω συγγνώμη σε οποιονδήποτε. Η συγγνώμη είναι για όταν έχεις κάνει κάποιο λάθος».

«Δεν το εύχομαι σε κανέναν. Προφανώς η κατάσταση ήταν δύσκολη για έναν από τους μεγαλύτερους συλλόγους στον κόσμο, οπότε λυπάμαι που υπέβαλα σε αυτό τους φιλάθλους και την ομάδα, αλλά δεν έκανα κανένα λάθος. Βρέθηκαν σε μία κατάσταση που μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε και οπουδήποτε». Σε ερώτηση του δημοσιογράφου του BBC, Νταν Ρόαν, για το αν τραυματίστηκε, είπε: «Με χτύπησαν πολύ στα πόδια. Δεν το σκεφτόμουν, σε τέτοιο πανικό ήμουν. Φόβος. Φοβισμένος για τη ζωή μου». Ο Μαγκουάιρ δήλωσε ότι η οικογένειά του υποφέρει περισσότερο από τον ίδιο και πρόσθεσε ότι «η συνείδησή μου είναι καθαρή. Ξέρω τι έγινε εκείνο το βράδυ. Ξέρω την αλήθεια. Όταν μιλάω για αυτό εκνευρίζομαι, γιατί απλά με θυμώνει. Θα προχωρήσω. Είμαι αρκετά δυνατός».

Ο Μαγκουάιρ ήταν διακοπές με την αρραβωνιαστικιά του, Φερν, τη μικρότερη αδελφή του, Ντέιζι, τον αδελφό και τη σύντροφό του, δύο φίλους και τις συντρόφους τους.
Είχαν βγει για ποτό στο Μύκονο και έστειλαν μήνυμα στον οδηγό του minibus τους να τους παραλάβει για να επιστρέψουν στο κατάλυμά τους. Ο οδηγός «καθυστέρησε 20 λεπτά» και η παρέα κουράστηκε και σχεδίαζε να επιστρέψει στη βίλα. Δύο άνδρες πλησίασαν την Ντέιζι και την ρώτησαν από πού είναι, περιέγραψε ο Μαγκουάιρ. Η Φερν «είδε τα μάτια της αδελφής μου να γυρίζουν. Έτρεξε, λιποθυμούσε, έχανε τις αισθήσεις της και συνερχόταν». Σε εκείνο το σημείο είπε ο Μαγκουάιρ «όλοι φώναζαν και ούρλιαζαν», όταν τρεις άνδρες με απλά ρούχα ενεπλάκησαν. Ο Μαγκουάιρ λέει ότι δεν προσπαθούσαν να «προκαλέσουν κάποιο καβγά ή συμπλοκή», αλλά «υπήρχαν απλά πολλές φωνές, μεγάλη αναστάτωση. Όχι καβγάς όπως έχει αναφερθεί, όχι μπουνιές τριγύρω».

Ο 27χρονος είπε ότι οι Έλληνες προσπαθούσαν απλά να ηρεμήσουν την κατάσταση αλλά «ήταν λίγο επιθετικοί».

Στη συνέχεια έφτασε το minibus. Ο Μαγκουάιρ λέει ότι ανέβασε την αδελφή του στο όχημα και «κυριολεκτικά αυτό ήταν. Δεν ήταν αυτό που παρουσίασαν όλοι. Μην με παρεξηγήσετε, υπήρχαν πολλές φωνές, μεγάλος πανικός, αλλά όχι καβγάς». Είπαν στον οδηγό να τους πάει πίσω στη βίλα και σκόπευαν να πάνε σε νοσοκομείο, αλλά η αδελφή του συνήλθε «αρκετά γρήγορα». Το όχημα προχώρησε για «5-10 λεπτά» και σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. «Κοιτάξαμε έξω και εκεί ήταν 8 άνδρες γύρω από το όχημα, όλοι με απλά ρούχα». Οι πόρτες άνοιξαν και ο Μαγκουάιρ με έναν φίλο του «πετάχτηκαν από το λεωφορείο».

Ο 27χρονος λέει ότι οι άνδρες δεν τους είπαν τίποτα και σε εκείνο το σημείο πίστεψε ότι τον απήγαγαν. Μαζί με τον φίλο του, έτρεξαν προς τον κεντρικό δρόμο, από όπου τηλεφώνησε στον μάνατζερ του για να ζητήσει βοήθεια, αφήνοντας μηνύματα σε μια ομαδική συνομιλία στο WhatsApp.

Ο Μαγκουάιρ λέει ότι όταν γύρισε για να πάει πίσω στο λεωφορείο, ο ίδιος και ο φίλος του περικυκλώθηκαν από τους άνδρες, που άρχισαν να περπατούν προς το μέρος τους. «Πέσαμε στα γόνατα, σηκώσαμε τα χέρια μας στον αέρα. Και απλά άρχισαν να μας χτυπούν. Έβαλαν στο ένα χέρι μου χειροπέδες. Χτυπούσαν τα πόδια μου, λέγοντας ότι η καριέρα μου τελείωσε "όχι άλλο ποδόσφαιρο, δεν θα ξαναπαίξεις". Σε αυτό το σημείο, σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε περίπτωση αυτοί να ήταν αστυνομικοί. Δεν είχα ιδέα ποιοι ήταν. Οπότε, προσπάθησα να το σκάσω. Είχα το ένα χέρι σε χειροπέδες, κουνούσα το χέρι μου. Από εκεί προκύπτουν οι κατηγορίες, αυτό είναι που λένε αντίσταση κατά της αρχής και αυτό είναι η επίθεση. Δεν έπεσαν μπουνιές. Δεν πίστευα ότι ήταν η αστυνομία».

Στη συνέχεια, ο Μαγκουάιρ μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα και τον έβαλαν στο κρατητήριο. «Εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάποια ανακούφιση, όσο τρελό κι αν ακούγεται. Υπήρχαν άλλοι άνθρωποι στο κελί, που μου έλεγαν να ηρεμήσω, και ήταν μια ανακούφιση γιατί ήταν η πρώτη στιγμή που πραγματικά πίστεψα ότι ήμουν σε φυλακή».

Αναφερόμενος στη δίκη, είπε ότι ήταν «Φρικτό. Ήταν τόσο γρήγορο, που ήταν απίστευτο. Πήραμε τη δικογραφία το προηγούμενο βράδυ. Ένα μεγάλο έγγραφο, όλο στα ελληνικά. Μετά βίας είχα ευκαιρία να μιλήσω με τον δικηγόρο μου. Ήμασταν σίγουροι ότι η υπόθεση θα αναβληθεί, ότι θα μας δώσουν περισσότερο χρόνο για να προετοιμαστούμε και να φέρουμε τους μάρτυρες και τις αποδείξεις που έχουμε. Με τα πάντα να γίνονται τόσο γρήγορα, προφανώς δεν περιμέναμε ότι θα γίνει η δίκη».

Αναφορικά με την ανακοίνωση της αστυνομίας, ότι τραυμάτισε αστυνομικό, κατά τη διάρκεια της σύλληψης, είπε: «Είχα το ένα χέρι στον αέρα, με χειροπέδες, όταν προσπάθησα να το σκάσω. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ήταν αστυνομικοί και πίστευα ότι με απαγάγουν. Δεν νομίζω ότι τον τραυμάτισα. Για το πω απλά: Δεν τον τραυμάτισα όσο με τραυμάτισαν εκείνοι».

Για την κατηγορία απόπειρας δωροδοκίας, όπως και την αναφορά ότι είπε «Ξέρετε ποιος είμαι;», το αρνήθηκε. «Ήξερα πως γνώριζαν ποιος είμαι. Πέντε λεπτά νωρίτερα με χτυπούσαν λέγοντας ότι η καριέρα μου τελείωσε, οπότε ήξερα ότι με γνώριζαν. Είναι απλά γελοίο», είπε αρχικά. «Εννοείται ότι δεν υπήρχε δωροδοκία. Τη στιγμή που καθίσαμε στην είσοδο της φυλακής, ήμασταν τόσο απελπισμένοι που κλαίγαμε. Δεν πιστεύαμε πού βρισκόμασταν», συμπλήρωσε. Σε ερώτηση για την έφεση, εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στην ελληνική δικαιοσύνη.

«Θα έχουμε περισσότερο χρόνο να προετοιμαστούμε, να συγκεντρώσουμε τις αποδείξεις, να έρθουν μάρτυρες στο δικαστήριο και είμαι πραγματικά σίγουρος ότι θα αποκαλυφθεί η αλήθεια», δήλωσε. Πάντως, παρά τα όσα συνέβησαν, εξέφρασε την αγάπη του για την Ελλάδα και είπε ότι δεν μετανιώνει που επέλεξε τη Μύκονο για τις διακοπές του. «Πιστεύω ότι μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε. Αγαπώ την Ελλάδα και τους ανθρώπους εκεί. Έχω πάει σε 6-8 ελληνικά νησιά, πηγαίνω τις περισσότερες χρονιές. Έχω ξαναπάει στη Μύκονο και πέρασα υπέροχα», δήλωσε. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν μεθυσμένος και πρόσθεσε ότι είχε επίγνωση του τι συνέβαινε. «Απλά βρέθηκα σε μία άσχημη κατάσταση», συμπλήρωσε.

Πηγή: lifo.gr